παρσενος


παρσενος
    παρσένος
     лак. Arph. = παρθένος См. παρθενος

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παρσενος" в других словарях:

  • παρσένος — maiden masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρσένος — ἡ, Α (λακων. τ.) βλ. παρθένος …   Dictionary of Greek

  • παρσένε — παρσένος maiden masc voc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρσένοις — παρσένος maiden masc dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρσένων — παρσένος maiden masc gen pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρθένος — (Αστρον.). Αστερισμός του ζωδιακού κύκλου, στον οποίο ο Ήλιος παραμένει από τις 24 Αυγούστου μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου, ενώ ακόμα βρίσκεται στο ζώδιο του Ζυγού. Ο αστερισμός της Π. επεκτείνεται και προς τις δύο πλευρές του ουράνιου ισημερινού. Στο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.